ΕΠΩΝΥΜΩΣ

«Ο Βιασμός Ενός Τόπου»: Συνάντηση Ενημέρωσης και Διαλόγου Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2007, 7μ.μ.

Πνευματικό Κέντρο Ι.Ν. Παναγίας Λαοδηγήτριας, Θεσσαλονίκη Διοργάνωση: Επιτροπή Αγώνα Στρατονίκης

«Οι επίμονοι χρυσοθήρες και το δικαίωμα στη Ζωή και Φύση»

Μιχαήλ Δεκλερής

Πρόεδρος Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος, Αντιπρόεδρος ΣτΕ ε.τ.

1. Από τινος χρόνου, η ιστορική και ωραία Χερσόνησος της Χαλκιδικής και ειδικώτερα η περιοχή Στρατωνίου-Στρατονίκης υφίσταται μια επιδρομή από επίμονους χρυσοθήρες, που είναι αποφασισμένοι να ανασκάψουν τα σπλάχνα της γης της για να ιδιοποιηθούν τα υπολείμματα του χρυσού που είχε αυτή κάποτε. Ως επίμονους αποκαλώ τους χρυσοθήρες εκείνους που αποδέχονται να καθαιρέσουν βουνά ολόκληρα και να δηλητηριάσουν το περιβάλλον για λίγα ψήγματα χρυσού. Αυτοί και οι όμοιοί τους δεν τα βλέπουν σαν ζωντανά φυσικά οικοσυστήματα, αλλά σαν σωρούς από χώμα που θα το κοσκινίσουν για να αποκτήσουν τα ψήγματα αυτά. Διότι περί αυτού πρόκειται σήμερα.

Μια πρόσφατη επιδρομή απεκρούσθη ευτυχώς χάρις στο σθένος των κατοίκων και τη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αντιλαμβάνομαι ότι επίκειται η ανανέωση της επιδρομής από άλλους χρυσοθήρες, οι οποίοι έχουν λάβει διοικητικήν άδεια στα πλαίσια προφανώς της δημοσίας πολιτικής, που έχει συμπεριλάβει την εξόρυξη ορυκτών στις πέντε (5) προτεραιότητές της. Φαίνεται ότι η χώρα μας έχει σαγηνευθεί από τις προοπτικές της παγκοσμιώσεως, και πιστεύει ότι διαθέτει ‘συγκριτικό πλεονέκτημα’, όπως λέγεται στην διάλεκτο της παγκοσμιώσεως, με τις δυνατότητες που έχει για την εμπορία της δημόσιας γης και των ορυκτών της, την παραχώρηση λιμένων διαμετακομιστικού εμπορίου, την ένταση του διεθνούς τουρισμού και άλλων δραστηριοτήτων που όλες καταλήγουν στην καταστροφή της ελληνικής φύσεως και του τοπίου της.

2. Ευρισκόμεθα, λοιπόν, προ μιας παλινδρομήσεως, προς την αγρίαν οικονομικήν ανάπτυξη. Διότι όντως η παγκοσμίωσις είναι ο αντίπους της βιωσίμου αναπτύξεως. Πρέπει, λοιπόν, να υπενθυμίσωμε στους νοσταλγούς της αγρίας αναπτύξεως, ότι και η Ελλάς, όπως όλες οι άλλες χώρες του κόσμου που υπέγραψαν της Διακηρύξεις και τις Συμφωνίες του Ρίο το 19β92, έχουν δηλώσει την πίστη τους στην φιλοσοφία και το ήθος της Βιωσιμότητος, ή της Βιωσίμου Αναπτύξεως, όπως λέγεται συνηθέστερα. Η φιλοσοφία αυτή προτάσσει το δικαίωμα στη ζωή και τη Φύση έναντι της κερδοφρενείας. Υπόσχεται την εξημέρωση της αγρίας αγοράς και ένα νέο πολιτισμό στον οποίο οι πνευματικές και ηθικές αξίες θα έχουν του προβάδισμα έναντι του πλούτου και των υλικών αξιών.

Ήθος Βιωσιμότητος σημαίνει ότι όλες οι πολιτικές και οι πράξεις των ανθρώπων πρέπει να γίνουν βιώσιμες, δηλ. να δίνουν το προβάδισμα στη Ζωή και τη Φύση και να απαξιώνουν τον πλούτο.

3. Για τους Ευρωπαίους, η υποχρέωση να καταστήσουν βιώσιμες όλες τις δραστηριότητές τους επιτάσσεται ευθέως από τις συνθήκες του Μάαστριχτ και του Άμστερνταμ. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα που ενδιαφέρει σήμερα: Είναι νοητή η βιώσιμη εξόρυξη σήμερα, ή και μόνη η ονομασία αυτή αποτελεί λογικήν αντινομία; Πράγμα που άγει κατ’ ανάγκην στο συμπέρασμα ότι η βιωσιμότης απαγορεύει εντελώς την εξόρυξη.

Με το ζήτημα έχει ασχοληθεί το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος του οποίου έχω την τιμή να προΐσταμαι και έχει αποφανθεί ως εξής:

Η εξορυκτική δραστηριότης είναι η βιαιοτέρα και βαρυτέρα επέμβαση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Υφ’ οιασδήποτε συνθήκας και με οιανδήποτε τεχνολογία πραγματοποιουμένη, συνεπάγεται εξ ορισμού:

1. την καταστροφή φυσικών οικοσυστημάτων και ενδιαιτημάτων.

2. αντίστοιχη προσβολή και μείωση της βιοποικιλότητος.

3. την ρήξη της συνοχής των γεωσυστημάτων και την αποσταθεροποίησή των, με σοβαρές εντεύθεν παρενέργειες.

4. την απώλεια και διάβρωση του εδάφους.

5. την αλλοίωση και καταστροφή του φυσικού αναγλύφου και της λειτουργίας του στην περιβαλλοντική ισορροπία.

6. τις εντεύθεν αλλαγές του τοπικού μικροκλίματος.

7. την ένταξη και εξάρτηση του χώρου εξορύξεως από μείζονα υπερτοπικά, ενδεχομένως δε και υπερεθνικά οικονομικά συστήματα, προσδιορίζοντα εν πολλοίς την τύχη του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος στο οποίον ανήκει ο χώρος εξορύξεως.

8. την προσβολή και καταστροφή του τοπίου, που είναι ο ύπατος σκοπός της πολιτικής και τάξεως στο χώρο.

Όλες οι ανωτέρω ολέθριες συνέπειες επισυνέβησαν στο παρελθόν σε όλους τους χώρους της εξορύξεως και αψευδείς μαρτυρίες παντού στην χώρα μας είναι οι χαίνουσες πληγές του ελληνικού τοπίου. Μετά την έναρξη της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος, ως πρώτος όρος για την βιωσιμότητα της εξορυκτικής δραστηριότητος ετέθη η υποχρέωση της αποκαταστάσεως του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίον αυτή έλαβε χώρα.

Είναι τούτο αρκετό για να καταστήσει βιώσιμη την εξορυκτική δραστηριότητα, εν όψει του ότι δεν αίρει, ούτε αποκαθιστά όλες τις προμνημονευθείσες συνέπειες της εξορύξεως; Είναι δυνατόν να καταστεί ποτέ βιώσιμη μια ανθρώπινη δραστηριότης που από την φύση της είναι καταστροφική, αφού συνεπάγεται ανάλωση φυσικού κεφαλαίου; Το πρόβλημα αυτό ευρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής, εν όψει του ότι η αλόγιστη λεηλασία και σπατάλη των φυσικών πόρων υπενόμευσε το κύρος των τεραστίων οικονομικών συμφερόντων που συνδέονται με την εξόρυξη.

Οι ίδιες οι διεθνείς εξορυκτικές επιχειρήσεις παραδέχονται ότι, εάν αποβλέπουν στο βιώσιμο μέλλον των επομένων γενεών της ανθρωπότητος, δεν μπορούν να συνεχίζουν τις μη βιώσιμες πρακτικές των μέχρι σήμερα. Εν όψει τούτου, καταβάλλουν προσπάθεια να διαμορφώσουν όρους που θα καταστήσουν βιώσιμη την εξόρυξη, μεταξύ δε τούτων περιλαμβάνουν ιδίως:

Α. την προσπάθεια ελαχιστοποιήσεως των επεμβάσεών των στο περιβάλλον και στην βιοποικιλότητα (Mining Association of Canada, Revised Draft Guiding Principles, Νοέμ. 2001)

Β. την αναγνώριση ότι τα μικρά νησιά είναι ευπαθείς περιοχές που απαιτούν πολύ υψηλά κριτήρια εκτιμήσεως των επιπτώσεων της εξορύξεως στο περιβάλλον, προτού ληφθεί οιαδήποτε απόφαση γι’ αυτήν (Global Mining Initiative, Sustainable Mining is the 21st century challenge, The Extractive Industries Review, 2002, The Canadian Institute of Mining and Metallourgy, Sustainable Mining in the 21st century, 2002).

Γ. Την ρητή αναγνώριση της αρχής και ευθύνης για την επιστασία του περιβάλλοντος, δηλ. την φροντίδα (stewardship) και όχι απλώς τον έλεγχο και εκμετάλλευση (International Council on Miming and Metals, Toronto Declaration, 15.5.2002).

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι, από της πλευράς των ανθρωπίνων κοινοτήτων στον χώρο των οποίων έλαβε ή λαμβάνει χώρα εξορυκτική δραστηριότης, η αρχή της βιωσιμότητος ερμηνεύεται ότι επιβάλλει την αναστολή της εγκρίσεως νέων εξορυκτικών δραστηριοτήτων, εν όψει των μέχρι τούδε καταστροφών του περιβάλλοντος, ανθρωπογενούς και φυσικού (Statement of the International Mining Workshop, BaliIndonesia, 24-27 Μαϊου 2002).

4. Η διαχρονική χρυσολατρεία και χρυσοθηρία, πέραν των εκτεταμένων φυσικών καταστροφών της φύσεως, έχει ήδη επιφέρει την εξάντληση των σημαντικών αποθεμάτων του χρυσού. Οι επίμονοι χρυσοθήρες σήμερα, αναζητούν τα εναπομείναντα ψήγματα χρυσού με την βοήθεια φονικής τεχνολογίας, ως είναι η μέθοδος της κυανώσεως, καταστρέφοντες παραλλήλως το φυσικόν ανάγλυφο και εκθέτοντες την υγεία των ανθρώπων σε σοβαρούς κινδύνους. Εδώ επιβάλλεται να ενθυμηθούμε τις διαπιστώσεις της Διακηρύξεως του Βερολίνου για την παραγωγή χρυσού με την μέθοδος της κυανώσεως, που υπέγραψαν διακεκριμένοι Ευρωπαίοι επιστήμονες το 2000, που έχει ως εξής:

1. Επιμελείς επιστημονικές φυσικομαθηματικές (ιδιαίτερα οικοχημικές, βιογεωγραφικές-οικοσυστηματικές, υδρολογικές, γεωχημικές) αναλύσεις τεκμηριώνουν αποφασιστικά ότι η παραγωγή χρυσού με τη μέθοδο της κυάνωσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, επειδή οδηγεί σε διαρκείς βλάβες στο οικοσύστημα. Οι αναγκαίες τεχνολογίες ασφαλείας (μ.α. μέθοδοι αποτοξίνωσης και εξουδετέρωσης, μείωσης της διαθεσιμότητας π.χ. βαρέων μετάλλων στο οικοσύστημα) βρίσκονται στα σπάργανα της ανάπτυξής τους και δεν μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια των παραγωγικών διαδικασιών στην παραγωγή χρυσού. Στα πλαίσια των νομοθετικών προστατευτικών μέτρων που ισχύουν στη Γερμανία και την Ε.Ε. και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τις διαδικασίες της φυσικής ανακύκλησης και της ρύθμισης των υδάτινων αποθεμάτων, της νομοθεσίας περί χημικών προϊόντων και προστασίας της φύσεως, δεν μπορεί να επιτραπεί η παραγωγή χρυσού με τη μέθοδο της κυάνωσης σε ανοικτούς και ελεύθερους χώρους.

2. Οικοσυστηματικές αναλύσεις επί τόπου δείχνουν ότι ιδιαίτερα για τροπικές περιοχές και εύκρατες ζώνες με απεριοδικά κλιματολογικά φαινόμενα δεν έχουν αναπτυχθεί ή δεν βρίσκονται υπό έλεγχο τεχνολογίες που να είναι σε θέση να ελαχιστοποιούν τους κινδύνους. Ρήγματα φραγμάτων, διαρροές, ατυχήματα στις μεταφορές (π.χ. Εγκουάτορ 1993, Summitville, Colorado/ΗΠΑ 1993, Harmony Mine, Νότιος Αφρική 1994, Μανίλα/Φιλιππίνες 1995, Omai/Γκουαγιάνα 1995, Homestake Mine, Νότιος Ντακότα/ΗΠΑ 1996, Gold Quarry Mine, Nevada/ΗΠΑ 1997, Kumtor/Κιργκιστάν 1998, Baia Mare/Ρουμανία 2000) καθώς και σειράς μικρότερων ατυχημάτων αποδεικνύουν σε παγκόσμιο επίπεδο ότι οι εν λόγω εταιρείες δεν συμπεριφέρονται με την αναγκαία προσοχή και φροντίδα.

3. Μια οικονομική ανάλυση δείχνει, ότι οι εταιρείες παραγωγής χρυσού (π.χ. Anglo Gold / Νότιος Αφρική, Goldfields / Νότιος Αφρική, Rio Tinto / UK / Αυστραλία, Newmont / ΗΠΑ, Barrick / Καναδάς, Placer Dome / Καναδάς, ΒΗΡ / Αυστραλία, Normandy / Αυστραλία) εστιάζουν τις δραστηριότητες τους σε φτωχές χώρες με χαμηλό κόστος ανάκτησης, μη επαρκών νομικών προδιαγραφών και ελέγχων.

4. Αναλύσεις των κοινωνικών επιπτώσεων επί του ντόπιου πληθυσμού και η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει μακροπρόθεσμα κανένα θετικό αποτέλεσμα από την παραγωγή χρυσού με τη μέθοδο της κυάνωσης. Τα όποια βραχυπρόθεσμα πλεονεκτήματα που απορρέουν αρχικά από τη δημιουργία π.χ. θέσεων εργασίας, καταλήγουν σχεδόν πάντα στην μόνιμη υποβάθμιση της περιοχής και περαιτέρω χειροτέρευσή της.

5. Αυτός ο σαφής αρνητικός ισολογισμός δείχνει ξεκάθαρα ότι η ανάκτηση χρυσού με τη μέθοδο της κυάνωσης δεν εναρμονίζεται με τη διακήρυξη του Ρίο του 1992. Η μέθοδος αυτή καταστρέφει μακροπρόθεσμα τις βάσεις της ζωής και φέρνει σε κίνδυνο το δικαίωμα για κατάλληλη διατροφή. Η παραγωγή χρυσού με τη μέθοδο της κυάνωσης βρίσκεται σε αντίφαση με την βιωσιμότητα. Οι δημόσιες χρηματοδοτήσεις για προγράμματα παραγωγής χρυσού πρέπει να σταματήσουν και, όπου είναι αναγκαίο, να αποζημιωθούν ανάλογα οι πληγέντες πληθυσμοί.

5. Η χρυσολατρεία, βεβαίως, προκαλεί μεταξύ άλλων και την διαστροφή της λογικής που παρατηρείται στους ισχυρισμούς εκείνων που αποτολμούν να αντικρούσουν τις θέσεις της Διακηρύξεως του Βερολίνου, επικαλούμενοι άλλη τεχνολογία. Δεν είναι στις προθέσεις μου να αντικρούσω τους ισχυρισμούς αυτούς. Θα πω τούτο μόνον: Και αν ακόμα δεχθώμεν ότι στασιάζεται επιστημονικώς η επικινδυνότης ωρισμένων μεθόδων για την ανάκτηση των ψηγμάτων του χρυσού, και μόνον το απλούν και οφθαλμοφανές γεγονός ότι απαιτείται η εξόρυξις ενός (1) τόνου χώματος για 1-5 γραμμάρια χρυσού, καθιστά την εξόρυξη καθ’ εαυτήν τόσον τερατώδη, ώστε να μην τίθεται καν θέμα βιωσιμότητος με την επίκληση οιωνδήποτε μεθόδων ανακτήσεως των ψηγμάτων του χρυσού και αποκαταστάσεως της φύσεως.

Η Χαλκιδική έχει υποστεί πολλά δεινά από εκείνους οι οποίοι εποφθαλμιούν ό,τι έχει απομείνει από τις επιδρομές του παρελθόντος. Λυπούμαι που πρέπει να πω ότι έχει σωθεί κυρίως χάρις στο σθένος των κατοίκων της και λιγώτερο σε οποιαδήποτε άλλη θεσμική βοήθεια. Λυπούμαι δε περισσότερο που, παρ’ όλα αυτά, το κράτος με την συμπεριφορά του ενθαρρύνει τους επίμονους χρυσοθήρες. Εμείς, πάντως, είμεθα εδώ για να αποδοκιμάσωμε τούτο και να δηλώσωμε την συμπαράστασή μας στους αγωνιζομένους κατοίκους της Στρατονίκης.

Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος θεωρεί ότι κάθε απόπειρα εξορύξεως χρυσού από παλαιά ή νέα ορυχεία στην περιοχή, στερείται παντελώς βιωσιμότητος και αποτελεί αλόγιστον καταστροφή της φύσεως και προσβολήν του ανθρωπίνου δικαιώματος στην Ζωή και τη Φύση.

 

Η γη δεν είναι εμπόρευμα

Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ*

Γραμμένο με μαύρη μπογιά στους τοίχους των Εξαρχείων το σύνθημα «Η γη δεν είναι εμπόρευμα», εκτός από το ανατρεπτικό πολιτικό του μήνυμα, ηχεί σαν δυνατή κραυγή αγωνίας για τον τρόπο που ο άνθρωπος αντιμετωπίζει το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει. Κυρίως όμως αναφέρεται στον καταστροφικό τρόπο συνεχούς και «ανεξέλεγκτης» ανάπτυξης που επιβάλλει το καπιταλιστικό σύστημα όπου Γης.

Εμπεριέχει μια διαχρονική αλήθεια, βαθιά οικολογική, αλλά ξεχασμένη και παραγνωρισμένη στις μέρες μας. Υπενθυμίζει ότι η γη δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, δεν ανήκει σε καμιά γενιά και ότι κανένα κομμάτι της, όσο μικρό κι αν είναι, δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως εμπόρευμα στο πλαίσιο μιας κερδοσκοπικής συναλλαγής. Μας φέρνει όμως στο νου και κάποιες γενικότερες σκέψεις: ότι καμία χώρα, μικρή ή μεγάλη, ισχυρή ή ανίσχυρη, δεν έχει το δικαίωμα να μολύνει και να καταστρέφει τον πλανήτη.

Σε πολλούς πολιτισμούς του παρελθόντος οι άνθρωποι πίστευαν ότι τα ποτάμια, τα βουνά, τα δάση, οι θάλασσες ήταν τόποι ιεροί, στους οποίους κατοικούσαν θεότητες που τους προστάτευαν από την ανθρώπινη απληστία. Αποτελούσε μάλιστα, ύψιστη ύβριν η βεβήλωση των ιερών φυσικών τόπων. Σήμερα όμως; Η ύπαιθρος συρρικνώνεται δραματικά! Το δάσος μετατρέπεται σε καμένη γη, σε βοσκότοπο, μετά σε καλλιεργήσιμη έκταση, για να καταλήξει στο τέλος «οικόπεδο» προς εκμετάλλευση. Αυτή η εξαιρετικά βίαιη και ταχύτατη μετάλλαξη του φυσικού τοπίου σε αστικό, του άχτιστου σε χτισμένο, μήπως τελικά σημαίνει την ολική και τελεσίδικη καταστροφή του;

Τα τοπία των γυμνών βράχων των νησιών που ισοπεδώνονται από τις μπουλντόζες της τουριστικής «ανάπτυξης», των βουνών που σταδιακά καλύπτονται κι αυτά από αστική μάζα, των μολυσμένων ποταμών και του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, της θάλασσας που μετατρέπεται σε τεράστια πετρελαιοκηλίδα, του πυθμένα της που κατάντησε ένας «αθέατος» σκουπιδότοποςΕνα εφιαλτικό, δηλαδή, σενάριο επιστημονικής φαντασίας που αρχίζει απειλητικά να γίνεται πραγματικότητα και ήδη βιώνουμε τις επιπτώσεις του. Στο τέλος, θα καταντήσουμε να ζούμε με τη νοσταλγική ανάμνηση του φυσικού περιβάλλοντος, αφού πρώτα θα το έχουμε θυσιάσει οριστικά στο βωμό του εφήμερου κέρδους. Λένε ότι η Γαία είναι ένας ζωντανός οργανισμός και όταν ένα από τα ζώα που ζουν μέσα στο σώμα της αρχίζει να γίνεται απειλητικό για την ίδια, τότε το καταστρέφει και το εξαφανίζει.

Είναι γνωστό ότι είμαστε η μοναδική χώρα που δεν διαθέτει Κτηματολόγιο και Δασολόγιο. Η διαρκής αυτή «εκκρεμότητα» δίνει φυσικά στις εκάστοτε κυβερνήσεις τη δυνατότητα να αποχαρακτηρίζουν αδιακρίτως εκτάσεις (δασικές, γεωργικές, αρχαιολογικές, ιδιαίτερου φυσικού κάλλους κ.λπ.), ανοίγοντας έτσι την όρεξη σε κάθε μελλοντικό καταπατητή ή κερδοσκόπο. Δυστυχώς, πάντοτε σαυτόν τον τόπο, υπήρχε μια αήθης και καταστροφική συναλλαγή ανάμεσα στον ψηφοφόρο και στον πονηρό και υποκριτή πολιτευτή, με τρόπαιο κάθε φορά την αρπαγή γης. Της γης που εκχερσώνεται, της γης που καταπατείται, της γης που με νόμους και αποφάσεις εύκολα μετατρέπεται από δημόσιο αγαθό σε ιδιωτικό οικόπεδο. Ετσι, όμως, θα συνεχίσουμε κάθε χρόνο να βλέπουμε τις πράσινες πλαγιές των βουνών να αντικαθίστανται από την γκριζόμαυρη παρουσία των καμένων κορμών που θα στέκουν εκεί σαν αποτρόπαια ξόανα για να θυμίζουν την εγκληματική μας αδιαφορία, την κατακτητική επιθετικότητα, την ακόρεστη βουλιμία μας. Θα σταματήσει άραγε ποτέ να χαρακτηρίζει τον πολιτικόκαι όχι μόνοβίο μας η κοντόφθαλμη και καταστροφική λογική της γρήγορης «αρπαχτής»; Του κέρδους· όχι του συλλογικού, αλλά της χειρότερης εκδοχής του ατομικού και της ιδιοτέλειας.

Την ίδια στιγμή, η επίθεση κερδοσκοπικού χαρακτήρα που συντελείται στο δημόσιο χώρο της πόλης είναι άνευ προηγουμένου! Οι ελεύθεροι χώροι όμως δεν είναι οικόπεδα προς εκμετάλλευση και πολύ περισσότερο δεν ανήκουν σε καμιά κυβέρνηση! Τα μεγάλα ή μικρότερα αστικά κενά λειτουργούν ως χώροι «αναπνοής» του πυκνού αστικού ιστού. Σε μια Αθήνα που χρόνια τώρα ασφυκτιά, η οποία διαθέτει ελάχιστους χώρους πρασίνου και εκτόνωσης, αντί να προτάξουμε ένα συνολικό σχεδιασμό εξυγίανσης και αναβάθμισης του αστικού τοπίου, αποφασίζουμε ανεύθυνα και χωρίς σκέψη την περαιτέρω εκποίηση και οικοδόμησή τους. Οι τελευταίοι ανοιχτοί χώροι, Ελληνικό, Βοτανικός, Δέλτα Φαλήρου, Δραπετσώναλεηλατούνται στο πλαίσιο μιας κακώς νοούμενης ανάπτυξης, με καταστροφικές και μη αναστρέψιμες συνέπειες για το σύνολο του Λεκανοπεδίου. Η Αθήνα έτσι πνίγεται από το ίδιο της το σώμα. Ενα σώμα άρρωστο, παχύσαρκο, κορεσμένο!

Κι όμως ακόμη και τώρα, στο παρά πέντε, υπάρχουν λύσεις. Αρκεί βεβαίως να έχουμε τη διορατικότητα, τη γενναιότητα και την ισχυρή βούληση να τις υλοποιήσουμε. Υπάρχουν π.χ. αρκετά ρέματα (Χαλανδρίου, Πικροδάφνηςόσα, δηλαδή, δεν έχουμε μπαζώσει ή καλύψει ακόμη) που μπορούμε σχετικά εύκολα να αποκαταστήσουμε το φυσικό τους ανάγλυφο, φροντίζοντας τις κοίτες και τα πρανή που διαμορφώνουν τις όχθες τους. Αυτοί οι γραμμικοί χώροι είναι δυνατόν να μετατραπούν σε άξονες πρασίνου που θα διατρέχουν το σώμα της πόλης και να χρησιμοποιηθούν ως χώροι περιπάτου και αναψυχής. Να ξανασχεδιάσουμε στο σύνολό τους ελεύθερους χώρουςόσο μικροί ή δευτερεύοντες κι αν είναι– (πλατείες, πλατώματα, παιδικές χαρές, πεζοδρόμια…) σε όλους τους δήμους και με κατάλληλες δενδροφυτεύσεις να τους μετατρέψουμε σε χώρους αναπνοής για τους κατοίκους τους. Να ξαναδούμε, δηλαδή, το δημόσιο χώρο ως τον κατεξοχήν σημαντικό χώρο της πόλης που πρέπει να φροντίσουμε και να αναδείξουμε. Της πόλης που θέλουμε όχι απλώς να λέγεται, αλλά και να είναι δημοκρατική!

Η γη, λοιπόν, δεν είναι εμπόρευμα όπως δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) εμπόρευμα και κάθε τι που σχετίζεται με τη διασφάλιση, όχι μόνο της αφηρημένης έννοιας της ποιότητας του τρόπου ζωής, αλλά και αυτής της ίδιας της ζωής. Ζούμε στην εποχή μιας ακραίας μεταμοντέρνας κατάστασης, καμουφλαρισμένης καλά με το μανδύα μιας επίπλαστης νεωτερικότητας. Στην εποχή της απόλυτης εμπορευματοποίησης κάθε σφαίρας της κοινωνικής ζωής όπου τα πάντα καταναλώνονται. Ακόμη και οι λέξεις έχασαν το νόημά τους. Εκεί απευθύνεται το σύνθημα «Η γη δεν είναι εμπόρευμα»! Το φανταχτερό χιτώνα της επίφασης προσπαθεί να ξεσκεπάσει, για να φανερωθεί το ρηχό πρόσωπο του πολιτισμού μας. *

* Καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 18/04/2008

http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=18.04.2008,id=21431168

 

Κοσμογράφημα

Τον τόπο μαςεμείς οι Ελληνεςδεν τον αγαπούμε

Από τον ΓΙΩΡΓΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ*

Από την αδιαφορία και τη σιωπή, όσον αφορά το περιβάλλον, η χώρα μας έχει περάσει σε ένα επίπεδο γενικευμένης φλυαρίας. Η σημασία του υπογραμμίζεται παντού: σε λόγους πολιτικών και σε εκδηλώσεις κοινωνικές, στις τηλεοπτικές εκπομπές και σε δημοσιεύματα των εφημερίδων. Μεγάλες εταιρίες, τράπεζες και οργανισμοί ανακηρύσσονται υπέρμαχοι του περιβάλλοντος, ενώ τα δεινά που μας επιφυλάσσει το μέλλον περιγράφονται από όλους με μελανά χρώματα. Δεν αμφισβητείται ότι το καινοφανές αυτό ενδιαφέρον δημιουργεί κάποιες νέες προοπτικές. Οπως όμως παρατήρησε από παλιά ο Θουκυδίδης, οι Ελληνες είμαστε «θεατές των λόγων και ακροατές των έργων». Η πικρή αυτή διαπίστωση δεν εξαιρεί τα προβλήματα του περιβάλλοντος και κάνει τον δρόμο δύσβατο και μακρύ.

Σε αυτόν ακριβώς τον δρόμο αναφέρονται οι υπαινιγμοί που ακολουθούν. Ο προσεκτικός αναγνώστης καλείται να τους συμπληρώσει -ή να προσθέσει άλλους.

Υπαινιγμός πρώτος: Η ελληνική ιδιαιτερότητα.

Την Ελλάδα χαρακτηρίζει η ποικιλία του τοπίου και μια απέραντη φυσική ομορφιά, που συνυπάρχουν με τα διάσπαρτα μνημεία σπουδαίων πολιτισμών. Ενα ήπιο κλίμα και η διαύγεια του φωτός συνοδεύουν τα χαρακτηριστικά αυτά, και καθιστούν τη χώρα μας μοναδική. Η ελληνική ιδιαιτερότητα προκαλεί συνήθως ανέξοδους ύμνους ή και εθνικιστικές εξάρσεις. Θα έπρεπε όμως πρώτιστα να οδηγεί στην αυτοκριτική: Διότι καμιά και πάλι χώρα δεν δείχνει τόσο λίγο σεβασμό, τέτοια στάση ανεύθυνη απέναντι σε όσα της χάρισε η φύση και η Τέχνη των ανθρώπων. Φαίνεται ότι τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες, δεν τον αγαπούμε. Δεν χάνουμε βέβαια ευκαιρία να υμνούμε τις ομορφιές του, να τονίζουμε τις πολλές του χάρες. Λίγοι όμως μόνον, άξιοι και εκλεκτοί, έκαναν τους ύμνους αυτούς στάση ζωής, και δεν αλλάζουν την εικόνα: ότι τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες δεν τον αγαπούμε. Αρκούμαστε στα «ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα» ενώ η αλήθεια είναι άλλη και πληγώνει. Τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες, τον θεωρούμε στρέμματα προς εκμετάλλευση, δάση προς οικοπεδοποίηση, ακρογιαλιές προς ίδιον όφελος. Η ελληνική ιδιαιτερότητα αποκτά έτσι και την αντίστροφη, οδυνηρή της όψη.

Υπαινιγμός δεύτερος: Τα εθνικά μας χαρακτηριστικά.

Υπάρχουν ορισμένα εθνικά χαρακτηριστικά, που αποτυπώνονται σε όλο το φάσμα των ελληνικών προβλημάτων. Δεν βρίσκονται, βέβαια, όπως και οι αρετές μας, σε κάποιο DNA της φυλής. Οφείλονται αντίθετα στις ιστορικές μας ασυνέχειες και στην έλλειψη ουσιαστικής παιδείας. Πρώτο και κύριο ανάμεσα τους είναι ότι ως υπεύθυνους δείχνουμε πάντοτε όλους τους άλλους. Έτσι, για τα σκουπίδια ή τη ρύπανση των ακτών, ποτέ δεν φταίει η δική μας αγωγή, μήτε η καταναλωτική μας βουλιμία. Πάντοτε κάποιοι άλλοι. Μας χαρακτηρίζει επίσης -η δεύτερη επισήμανση- το θράσος της άγνοιας. Λίγο μετρά στη χώρα μας η γνώμη του επιστήμονα, του σοβαρού μελετητή. Τον τόνο δίδουν οι κραυγές στα τηλεοπτικά παράθυρα, οι πολιτικάντηδες του συρμού, οι εκπρόσωποι αγνώστων οργανώσεων. Τρίτο, τέλος, εθνικό χαρακτηριστικό είναι η ιερότητα της δικής μας επικράτειας, ποτέ εκείνης των γειτόνων. Η εγκατάσταση ενός βιολογικού καθαρισμού, για παράδειγμα, προσκρούει συνήθως σε ατέρμονες αντιδράσεις. Ενας ιδιότυπος τοπικός εθνικισμός -συχνά στο όνομα του περιβάλλοντος- υπερισχύει της λογικής και των πιεστικών μας αναγκών.

Υπαινιγμός τρίτος: Ο οικοδομικός αναρχισμός.

Το φαινόμενο έχει πολλαπλές αιτίες, ορατά όμως και καταστροφικά αποτελέσματα. Η Ελλάδα κτίζεται εική και ως έτυχε, άναρχα, χωρίς υποδομές, χωρίς μέτρο. Η αυθαίρετη δόμηση, που αποτελεί μια παγκόσμια πρωτοτυπία και πρακτική, ανθεί πάντοτε και τονίζει την πολεοδομική ασχήμια της χώρας. Οι μεγάλες πόλεις έμειναν έτσι χωρίς ανάσα και αισθητική. Το Κακό όμως μετανάστευσε παντού, ακόμα και στα περιούσια νησιά μας. Εκεί, μια έξοχη λαϊκή αρχιτεκτονική δίδαξε το μέτρο και έπλασε αριστουργήματα. Σήμερα ωστόσο, η δόμηση επεκτείνεται σε παραλίες και πλαγιές, ισοπεδώνει την ιδιαιτερότητα του τοπίου, αυθαδιάζει απέναντι στο περιβάλλον και τις ίδιες τις ανάγκες του ανθρώπου. Τα ελληνικά νησιά, που ύμνησαν οι ποιητές και οι θαλασσοπόροι, οδηγούνται έτσι -υπό την πίεση και ενός μαζικού τουρισμού- στην ριζική αλλοίωση της υφής και της αισθητικής τους. Τον τόπο ή τα νησιά μας, φαίνεται ότι εμείς οι Ελληνες δεν τα αγαπήσαμε ποτέ. Ισως γι’ αυτό πέρα από τους ύμνους -για τα νησιά μας ή τον τόπο- τα σημάδια ενός αδιέξοδου μέλλοντος είναι ήδη ορατά.

Υπαινιγμός τέταρτος: Τουρισμός, μια εκφυλιστική απειλή.

Υπάρχει μια ανάλγητη αλλοίωση του ελληνικού περιβάλλοντος, που συντελείται σιωπηλά, ύπουλα, χωρίς πομπώδεις καταγγελίες. Είναι ο τουριστικός μας εκχυδαϊσμός. Ως επιδημία απαξιώνει τη μια, μετά την άλλη, γωνιά της πατρίδας, εξουθενώνει τοπία και ανθρώπους. 

Βασική αιτία του φαινομένου υπήρξε η αλόγιστη επιδίωξη του αριθμού, σε βάρος της ποιότητας. Ετσι, υπό τον μανδύα της τουριστικής «αναπτύξεως», τοπία μοναδικά ενταφιάζονται στο μπετόν και την ασχήμια, παραλίες ολόκληρες παραδίδονται στην ευτέλεια και το κέρδος. Οσο για τους «τουρίστες», λίγοι ενδιαφέρονται για την ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι μάζες μετακινούμενες, που ψάχνουν τον πλαστικό ήλιο και τη φτήνια, ενώ προσθέτουν το δικό τους άχρωμο βλέμμα στις ήδη άχρωμες τουριστικές περιοχές.

Καλούνται ωστόσο, όπως λέει η διαφήμιση, να ζήσουν τον «μύθο της Ελλάδας». Η Ελλάδα ζει και αυτή τον μύθο της. Μόνον που ο μύθος έχει ξεθωριάσει και η ευλογία μετατρέπεται σε εφιάλτη: Το τουριστικό «εισόδημα» δεν ακολουθεί την ίδια αυξητική πορεία, η φθηνή μαζικότητα οδηγεί διαρκώς και καινούργιες περιοχές στην απαξίωση, τα βραχιόλια της ντροπής πολλαπλασιάζονται. Τους καλοκαιρινούς μήνες επικρατεί η ασυδοσία, η ηχητική βουή και ο υπερπληθυσμός. Το χειμώνα, αντίθετα, τα ίδια τοπία μοιάζουν βομβαρδισμένα, έρημα από ζωή και πραγματικές προοπτικές. Το είδος της τουριστικής μας «ανάπτυξης» δείχνει, περισσότερο ίσως από οτιδήποτε άλλο, ότι τον τόπο μας δεν τον αγαπούμε. Η φρικτή αυτή υποψία -ότι εμείς οι Ελληνες, τον τόπο μας δεν τον αγαπούμε- παγώνει τον νού και την ψυχή, και αναζητεί τις ερμηνείες και την αιτία της.

Υπαινιγμός πέμπτος: Τα δεινά και η εκδίκηση της θάλασσας.

Παρά τα μέτρα, που εξαγγέλλονται ή σχεδιάζονται κατά καιρούς, ολόκληρη η Μεσόγειος θάλασσα φαίνεται να απειλείται. Τα στοιχεία που αφορούν τα αστικά λύματα και τους ρύπους, τα πετρελαιοειδή ή το όργωμα των βυθών, δεν αφήνουν αμφιβολίες· και προοιωνίζονται για τη Μεσόγειο τη μοίρα, μοίρα οδυνηρή για το λαμπρό της παρελθόν, μιας Νεκρής Θάλασσας. Τούτο θα έχει διαστάσεις που ξεπερνούν τα όρια του θαλάσσιου οικοσυστήματος. «Τι είναι η Μεσόγειος;», ρωτά ο F. Braudel. «Είναι χίλια πράγματα μαζί. Δεν είναι ένα μόνο τοπίο, αλλά αμέτρητα τοπία. Δεν είναι μια θάλασσα, αλλά διαδοχή θαλασσών. Δεν είναι ένας πολιτισμός, αλλά πολιτισμοί που συσσωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο».

Το προαιώνιο αυτό μεσογειακό «ύφος», το θαυμαστό όσο και ζωογόνο, βρίσκει την αποθέωσή του στις ελληνικές θάλασσες και ακτές, με τις ελιές και τους αμπελώνες να κατηφορίζουν. Ενώ όμως έπρεπε να συνεγείρει όλους μας στην προστασία του, η ανθρωπογενής βαρβαρότητα, που φθάνει από τη στεριά ή τα καράβια, παρουσιάζει στην Ελλάδα ιδιαίτερες επιδόσεις. Το θαύμα του Αιγαίου ή το Ιόνιο πέλαγος, οι απέραντες ελληνικές ακτές και τα συμπλέγματα των νησιών, βρίσκονται σε πολλαπλή ομηρία. Εκτεταμένες πηγές ρύπανσης, δυναμίτιδα και παράνομες τράτες, πετρέλαια και ρύποι κάθε λογής από τα πλοία, σκουπίδια στις ακτές και στις ψυχές μας. Στον βυθό των θαλασσών απεικονίζεται η ανευθυνότητα και η βουλιμία μας: λογής μπουκάλια και πλαστικά, που χρειάζονται δεκαετίες για να αποδομηθούν· ενώ μια θολή υφή δεσπόζει συχνά εκεί που κάποτε έλαμπε το διάφανο νερό και τα μαγικά του χρώματα. Με έναν συμβολικό τρόπο, ο βυθός των ελληνικών θαλασσών αναπαριστά την ίδια την ελληνική πραγματικότητα.

Υπαινιγμός έκτος: Η ανθρώπινη διάσταση της οικολογίας.

Η ποιότητα του περιβάλλοντος εκφράζεται συνήθως με μετρήσιμα μεγέθη: τη ρύπανση του εδάφους ή των θαλασσών, το ποσοστό διοξειδίου του άνθρακος στην ατμόσφαιρα, τα στρέμματα του δάσους που καίγονται. Η περιβαλλοντική όμως κρίση είναι, σε πρωτογενές επίπεδο, κρίση του σύγχρονου πολιτισμού και των αξιών του. Αυτό που χρειάζεται συνεπώς, είναι να αμφισβητηθεί η ίδια η έννοια της προόδου και η μονομέρεια της πρακτικής της. Διότι η πρόοδος, μέχρι τώρα, σχεδόν ταυτίζεται με τα καταναλωτικά αγαθά και τη βελτίωση των οικονομικών παραμέτρων. Ελάχιστα αναφέρεται σε ποιοτικές παραμέτρους, στην αρμονική ισορροπία του ανθρώπου με το περιβάλλον του, στην ανάγκη του να υπάρξει με τη φύση και τους άλλους.

Η ανθρώπινη διάσταση της οικολογίας την ανυψώνει, λοιπόν, πέρα από τη λογική των αριθμών και της προσδίδει έναν χαρακτήρα βαθύτερο. Η μέτρηση των παραμέτρων, που δείχνουν την αλλοίωση στη φύση και στις θάλασσες μας, δεν απεικονίζει μόνον μια πραγματικότητα. Αντικατοπτρίζει επίσης την αλλοίωση της ψυχής και τις επίπλαστες ανάγκες μας.

Υπαινιγμός έβδομος: Η πυραμίδα των ευθυνών και η ανατροπή της.

Οι ευθύνες για την περιβαλλοντική υποβάθμιση της χώρας απεικονίζονται με ενάργεια στο σχήμα μιας πυραμίδας. Η πυραμίδα αυτή μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να αλλάζει λίγο τις γωνίες ή να προεκτείνει τη βάση της, παραμένει όμως πάντοτε μια πυραμίδα. Στην κορυφή της βρίσκεται η πολιτική εξουσία. Διότι η κυβέρνηση και ο εκάστοτε πρωθυπουργός δίδουν τον τόνο, αυτοί νομοθετούν ή ανέχονται τον κατήφορο. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο, ότι ενώ η χώρα μας έχει αλλού αναμφισβήτητα επιτεύγματα, που ανακλούν και στην πολιτική ηγεσία της, δεν έχει καταγραφεί ένας πρόεδρος της κυβερνήσεως, ένας έστω ισχυρός υπουργός, που να άφησε το στίγμα του στην προστασία του περιβάλλοντος. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι, στο αμέσως επόμενο επίπεδο των ευθυνών, συνωστίζονται οι κήρυκες μιας ψευδεπίγραφης ανάπτυξης: συμφέροντα μεγάλα και μικρότερα, επιχειρηματίες και δήθεν επενδυτές, πολιτικά πρόσωπα που ανήκουν στην εκάστοτε κομματική «αυλή». Την πυραμίδα συμπληρώνουν οι μηχανισμοί ελέγχου: αρμόδιοι της πολεοδομίας και αστυνομία, δικαστικές αρχές ή ποικιλώνυμα συμβούλια. Στη βάση τέλος της πυραμίδας είμαστε όλοι εμείς, παθητικοί αποδέκτες ενός νέου τραύματος στον τόπο μας, αδιάφοροι και ατομιστές, ωφελούμενοι ίσως, συμμέτοχοι κάποτε.

Στη βάση όμως της πυραμίδας υπάρχουν και οι άλλοι, οι θαυμάσιοι άλλοι. Είναι όσοι με επιμονή και αγάπη -που λείπει από τη δική μας οπτική- υπερασπίζονται το περιβάλλον το ελληνικό, δίδουν συχνά άνισες μάχες και κατακτούν μια σπιθαμή μνήμης, ένα μέτρο αξιοπρέπειας του τόπου μας. Οπως και οι άγγελοι, εμφανίζονται παντού και δύσκολα προφέρεις τα ονόματά τους: περιβαλλοντικές οργανώσεις και σωματεία πολιτιστικά, πολίτες μοναχικοί και εκπρόσωποι περιοχών που αλώνονται, διανοούμενοι αλλά και δημόσιοι λειτουργοί, απλοί άνθρωποι αλλά και ονόματα με κύρος. Οποια και αν είναι όμως η ταυτότητά τους, το γεγονός είναι ότι οι άγγελοι αυτοί πληθύνονται. Υπάρχει λοιπόν μια μικρή ελπίδα ότι ίσως κυριαρχήσουν κάποτε στη βάση της πυραμίδας. Τότε -υπάρχει πάλι μια μικρή ελπίδα- θα επιδιώξουν την ανατροπή της και θα επιβάλλουν στην κορυφή μεγαλύτερο σεβασμό και φρόνηση.

* Ο κ. Γιώργος Γραμματικάκης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και συγγραφέας.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 10/10/2008

http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=10.10.2008,id=23035120