Πώς σκουριάσαμε έτσι;

Με τους μαυραγορίτες και τους δοσίλογους να ενσωματώνονται στο σώμα της «κυρίαρχης» κοινωνίας, ως ευϋπόληπτοι πολίτες, businessmen και opinion leaders, η ελληνική κοινωνία είχε αρχίσει ήδη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο να θέτει τα θεμέλια μίας, χωρίς ραχοκοκαλιά, εύκαμπτης και προσκυνημένης κοινωνικής συνείδησης.

Την δεκαετία του ’90 αυτή η συνείδηση βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες και το εύφορο έδαφος να πάρει για καλά την μεγάλη κατρακύλα. Έτσι η ελληνική κοινωνία απροκάλυπτα πλέον γυρίζει την πλάτη της στους ποιητές της και σε ότι αυτοί εκπροσωπήσανε μετά τον εμφύλιο, είτε αστοί, είτε αριστεροί, απαρνιέται όλα της τα εφόδια, ξεπουλά ευαισθησίες και αξίες, παρατά τη μόρφωση και παραδίδεται άνευ όρων στον νεοφιλελευθερισμό – «take the money and run» είναι πια το σύνθημα που επικρατεί. Το όποιο αξιακό μας σύστημα εκποιείται, το φαντασιακό αναδεικνύεται σε κυρίαρχο και η κατάσταση πλέον που επικρατεί είναι το lifestyle και η λαμογιά. Διαλύουμε όλους τους κοινωνικούς δεσμούς στο όνομα της άμεσης ικανοποίησης, και μεταμορφωνόμαστε εύκολα σε ένα ασπόνδυλο σώμα, μια Ελλάδα που «δεν καταλαβαίνει Χριστό» γίνεται όμως φτηνά θρησκόληπτη, συντηρητική, αμόρφωτη και μια τζούρα «Εθνικίστρια» – σε ότι αφορά τους «ξένους», το έγκλημα, τους μετανάστες –μέσα στην σχεδόν καταθλιπτική μετά-ολυμπιακή μελαγχολία που την διακατέχει. Είναι δηλαδή, καθόλα έτοιμη να αλωθεί από την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού, της «ελεύθερης αγοράς που διαμορφώνεται μόνη της» και του anything goes – εφ’ όσον είναι, έστω και βραχυπρόθεσμα, κερδοφόρο.

Εμείς δεν ήμασταν έτσι, δεν ξέρω πως την πάθαμε –και πώς το πάθαμε. Έχω την αίσθηση ότι η πολύ στενή διαπλοκή μεγάλων επιχειρηματιών και εκδοτών-καναλαρχών με το ΠΑΣΟΚ κυρίως αλλά και με την Ν.Δ (το σημερινό πασοκονουδού δηλαδή), μετά από το τσουνάμι της εικονικής ευμάρειας της οκταετίας Σημίτη με τα χρηματιστήρια και τα «πάρε νάχεις γενικά να’ όυμ», συν τα «μεγαλεία» των Ολυμπιακών μας αγώνων και το ψυχολογικό ντοπάρισμα της εισόδου μας στην ζώνη του ευρώ, (με τον κατακλυσμό του πλαστικού χρήματος που προηγήθηκε και ακολούθησε μέχρι την ώρα του ΓΑΠ, του ΔΝΤ και της ολικής πια κατάρρευσης), μας ζάλισε τόσο πολύ που τη χάσαμε εντελώς τη μπάλα.

Ξεχάσαμε ξαφνικά ποιοι είμαστε, που πάμε και τι στόχους μπορούμε ρεαλιστικά να επιτύχουμε μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι της ματαιότητας και της ματαιοδοξίας που οι Αμερικάνοι το λένε και «Vanity Fair» – και ίσως να είμαστε και κάπως δικαιολογημένοι γιατί γυαλίζει πολύ όλο αυτό, εκτυφλωτικά και επικίνδυνα και έλκει πολύ κόσμο σαν μαγνήτης –στα τυφλά. Ξεχάσαμε λοιπόν αν (και σε ποιο βαθμό) μας επιτρέπεται να ξεπουλάμε την κοινή μας περιουσία, οτιδήποτε ελληνικό, δημιουργώντας τεράστια χρέη (που τώρα πληρώνουμε πανάκριβα), για μια χούφτα ευρώ, μεταφρασμένα σε βίλλες, πισίνες, εξοχικά, είδη υγιεινής σε σχήμα αχιβάδας, τσάντες, παπούτσια, φουλάρια, ακριβές διακοπές – αυτό γενικά το lifestyle που όσοι δεν ήταν αρκετά λαμόγια ή «μάγκες» για να το ζήσουν αυτοπροσώπως καθόντουσαν και το θαυμάζανε στα σχετικά περιοδικά και τις μεσημεριανές εκπομπές με τις δίμετρες (ή τους στούμπους αλλά ετοιμόλογους σαχλογκέϊ) παρουσιαστές και παρουσιάστριες. Μέσα σ’ αυτή την απερίγραπτη κατρακύλα, κάτι που σήμερα πια θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει «χλιδή με το στανιό», ή  ελληνική κοινωνία, με απωθήσεις, αρνήσεις και μία ψευδή συνείδηση, προσπάθησε -σπασμωδικά και ανοργάνωτα – να αμυνθεί, καταβάλλοντας το ελάχιστο δυνατό κόστος, έναντι της οδυνηρής και αφόρητης οικονομικής κατάστασης που κλήθηκε να ζήσει.

Το παράξενο είναι ότι εδώ γύρω, στη γειτονιά μας, οι λαοί της Αιγύπτου και της Συρίας αν και μετρήσανε χιλιάδες νεκρούς αγωνιστές στη μάχη που δίνουν για ελευθερία και δικαιοσύνη, αψηφούν την απειλή του θανάτου και συνεχίζουν ελπίζοντας σε μια καλύτερη και πιο ανθρώπινη ζωή – πολύ μακριά (ακόμα) βέβαια από τα πρότυπα που κατακεραύνωναν οι «ζωντανοί» νέοι της δεκαετίας του 70, τραγουδώντας, ας πούμε, «Oh lord won’t you buy me a Mercedes-Benz» – για να θυμηθούμε και την αγαπημένη Janis Joplin, είδωλο μιας γενιάς με πραγματικά ανθρώπινα όνειρα, της γενιάς του Μπέρκλεϋ και του Μάη του 68.

Τελικά, στη Μεσόγειο «εδώ και τώρα» παρατηρείται ένα παράξενο φαινόμενο : Αν δεις από τη μια τον λαό της Αιγύπτου και της Συρίας και από ην άλλη τον Ελληνικό, αυτή η θάλασσα που μας ενώνει, αυτή η ίδια, φαίνεται, μας χωρίζει κιόλας τόσο πολύ σαν νοοτροπία. Η ελληνική κοινωνία ούτε τεμπέλα εργαζόμενη ήταν, ούτε μαζί τα έφαγε με τα δύο κόμματα εξουσίας, ούτε συμμετείχε στα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα. Δεν είναι αυτή που εδραιώνει το άδικο φορολογικό σύστημα, που παραποιεί τους δείκτες ανάπτυξης, δεν δημιουργεί την χρηματιστηριακή φούσκα, δεν τα παίρνει από την Siemens. Η Ελληνική κοινωνία ήταν, απλώς, «αλλού». Ας πούμε πως είχε την προσοχή της στραμμένη στο τελευταίο σουξέ του Ρουβά και του Ρέμου για να εικονογραφήσουμε την πόζα της. Ήταν δίπλα στην τηλεόραση, ή «στα μαγαζιά», ή «είχε ραντεβού στην τράπεζα για ένα δάνειο» – σε διάφορες τέτοιες «σέξι στάσεις» όπου ύφαινε την ψευδή της συνείδηση. Περιδιάβαινε σε πολιτισμικούς σκουπιδότοπους, αποξενωνόταν από την αλήθεια της, έχανε την ελεύθερη βούλησή της, αλλοτριωνόταν. Πήγαινε εκεί που την πήγαιναν.

Μόνο ένα μικρό κομμάτι της αρνήθηκε και αρνείται να ενδώσει. Μαχητικό, πάλεψε και παλεύει, συμμετέχει, διαδηλώνει, συμπαραστέκεται, παράγει πολιτισμό, μελετά, αγωνίζεται. Ένα μικρό κομμάτι ξέχωρο και ακατανόητο από την κυρίαρχη αντίληψη. Ένα βότσαλο ας πούμε, που αν το πετάξεις με δύναμη στον άθλιο αυτό βάλτο που «όλοι μαζί τον φτιάξαμε», υπάρχει μια ελπίδα να τον ταρακουνήσει αρκετά – τόσο όσο χρειάζεται για να αρχίσει να αναπτύσσει και πάλι αντισώματα. Σκουριάσαμε. Και με την ευκαιρία των εκλογών πρέπει επειγόντως, άμεσα, να ξεσκουριάσουμε.

Διάλεξα ο τίτλος μου να περιλαμβάνει το συνθετικό «σκουριά» για να τον αφιερώσω στους κατοίκους της περιοχής «Σκουριές» που προστατεύουν το φυσικό τους περιβάλλον και τα συμφέροντά  τους. Στους οποίους την Τρίτη επιτέθηκαν βίαια οι εργάτες της εταιρείας «Ελληνικός Χρυσός», γνωστών «ηθικών και νόμιμων» συμφερόντων…

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.